Reset Password

Your search results

Ποια είναι η Ρόζα Δελλατόλα;

Published on Μαΐου 13, 2020 by admin

Το ταξίδι της ηρωίδας της συγγραφέως Λώρης Κέζα. Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ποταμός.

(Μία αξιαγάπητη ηρωίδα)

Η Ρόζα Δελλατόλα κυκλοφορεί με νεκροφόρα. Ζει σε ένα χωριό της Τήνου όπου ο μπαμπάς της αποφάσισε να ανοίξει γραφείο τελετών. Στο χωριό υπάρχει ένα τεράστιο κτήριο, παλιό μοναστήρι και σχολείο. Η Ρόζα γίνεται η μοναδική μαθήτρια εκεί μέσα και έχει για δασκάλες Ουρσουλίνες καλόγριες.

Ανακαλύπτει ότι κάποιοι εργολάβοι θέλουν να κλείσουν το σχολείο, να το μετατρέψουν σε εργοστάσιο ενέργειας. Τα συμφέροντα μπλέκονται, με έναν κακό δήμαρχο να έχει ύπουλο ρόλο, με κάποιους κατοίκους του νησιού να μισούν τους ξένους εργάτες, με τους εργολάβους να λένε ψέματα και να σκέφτονται μόνο το κέρδος τους.

Η Ρόζα αποκαλύπτει την πλεκτάνη χρησιμοποιώντας πληροφορίες από τη βιβλιοθήκη του σχολείου της και με την αναζήτηση στο ίντερνετ.

***

Η Ρόζα και ο δεσπότης

(Ένα αυτόνομο διήγημα από το νέο βιβλίο της Λώρης Κέζα για τους αναγνώστες του new times)

-Τρέξτε, πάμε γρήγορα στην Παναγία, έρχεται ο δεσπότης, φώναξε ο Φραγκίσκος Δελλατόλας στα παιδιά του, τη Ρόζα και τον Μάνθο.

-Είσαι καλά; ρώτησε παραξενεμένη η μαμά, η Καρμέλα Μπον, που εκείνη την ώρα ανακάτευε το πλιγούρι στην κατσαρόλα.

Δεν συνήθιζαν να πηγαίνουν στην εκκλησία ούτε να πηγαίνουν στην υποδοχή του δεσπότη, που ερχόταν από το διπλανό νησί, τη Σύρο. Δεσπότης είναι ο αρχηγός των παπάδων μιας περιοχής. Οι δεσπότες λέγονται και μητροπολίτες. Συνήθως έχουν παράξενα ονόματα, δεν υπάρχει δηλαδή μητροπολίτης Νίκος, Γιώργος, Τάκης. Ερχόταν λοιπόν ο Ιερόθεος στην εκκλησία της Παναγίας, στην εκκλησία χάρη στην οποία είναι παντού γνωστή η Τήνος. Στην εκκλησία αυτή γίνονται θαύματα. Δηλαδή μπαίνει ένας πιστός σε αναπηρικό καροτσάκι και βγαίνει περπατώντας. Μπαίνει γκαβός και βγαίνει με τέλεια όραση. Καθώς κανείς δεν μπορεί να εξηγήσει με τη λογική τι έγινε, λένε «θαύμα, θαύμα» κι ευχαριστούν την Παναγία που έκανε το θαύμα της.

Κάθε φορά που έρχεται ο μητροπολίτης στην Τήνο, σπεύδουν πολλοί να του φιλήσουν το χέρι. Αυτή τη φορά ο κόσμος ήταν θυμωμένος. Μόλις μπήκε στο προαύλιο άρχισαν όλοι μαζί να φωνάζουν «αλήτη» και «ντροπή σου».  Κάποιος μάλιστα πέταξε προς το μέρος του ένα πλαστικό μπουκαλάκι νερό. Πρώτη φορά γινόταν κάτι τέτοιο. Η Ρόζα κατάλαβε ότι ήταν πολύ σοβαρός ο λόγος.

-Μπαμπά γιατί του μιλάνε έτσι; Τι έγινε;

-Προσπάθησε να αρπάξει την εκκλησία, αυτό έγινε… απάντησε ο Φραγκίσκος.

Η Ρόζα δεν κατάλαβε. Πώς θα μπορούσε να αρπάξει την εκκλησία; Να σηκώσει δηλαδή τον ναό και να τον πάει αλλού; Να πάρει τη θαυματουργή εικόνα; Να πάρει τους τοίχους και τα πατώματα;

-Πώς να την αρπάξει; Τι εννοείς, επέμεινε η Ρόζα.

-Θα σου πω στο σπίτι, μετά, της απάντησε ο Φραγκίσκος και έπιασε την κουβέντα με τους υπόλοιπους.

Πριν πει οτιδήποτε ευχήθηκε «καλό μήνα» επειδή ήταν 1η Μαρτίου και κάθε πρωτομηνιά η ευχή ακούγεται απ’ όλους, «καλημέρα και καλό μήνα». Από όσα άκουσε η Ρόζα αυτό που κατάλαβε ήταν το εξής. Όσοι πηγαίνουν στην εκκλησία, όλοι αυτοί οι τουρίστες χειμώνα καλοκαίρι, δίνουν δώρα στην Παναγία. Δίνουν κοσμήματα με διαμάντια και ρουμπίνια, ρίχνουν χρήματα στο παγκάρι, αγοράζουν κεριά και λαμπάδες. Όλα αυτά τα δώρα πήγαιναν σε έναν κοινό κουμπαρά για τον λαό της Τήνου. Ήθελαν για παράδειγμα να φτιάξουν καινούργιο λιμάνι; Έπαιρναν λεφτά από την Παναγία. Ήθελαν να φωταγωγήσουν κάποιο δρόμο; Έπαιρναν λεφτά από την Παναγία. Ήθελε κάποιος φτωχός να πάει στο πανεπιστήμιο. Ζητούσε οικονομική ενίσχυση από την Παναγία. Ο λαός της Τήνου έκρινε τις ανάγκες και αποφάσιζε πως μοιράζονται τα χρήματα. Τώρα  όμως ο δεσπότης είχε κανονίσει με τον υπουργό να κάνει ό,τι εκείνος θέλει με τα λεφτά της Παναγίας.

Η Ρόζα έφυγε από το προαύλιο και πήγε για εξερεύνηση. Ανέβηκε τα μαρμάρινα σκαλοπάτια του ναού, και πήγε προς τα δεξιά εκεί που είναι τα γραφεία. Υπάρχει και μια  πινακοθήκη με έργα από τους διάσημους ζωγράφους του νησιού. Στην Τήνο γεννήθηκαν σχεδόν όλοι οι διάσημοι έλληνες ζωγράφοι του 19ου αιώνα. Υπήρχε εξήγηση. Όποιος είχε ένα κάποιο ταλέντο, πήγαινε για σπουδές στο Μόναχο ή άλλες πόλεις. Εκείνη την εποχή ήταν σαν να φεύγει σήμερα από την Αθήνα και να πηγαίνει στα σελήνη. Για όλα πλήρωνε το ίδρυμα της Παναγίας φυσικά.

Έτσι όπως έκανε τη βόλτα της η Ρόζα είδε ακουμπισμένη πάνω σε μια καρέκλα τη μίτρα του μητροπολίτη. Η μίτρα είναι το χρυσό καπέλο, μοιάζει με βασιλικό στέμμα από τα πολύτιμα πετράδια αλλά κανονικά συμβολίζει το αγκάθινο στεφάνι του Ιησού στη σταύρωση. Δεν χρειάστηκε πολύ σκέψη. Εφόσον ο δεσπότης άρπαζε τις εισπράξεις της Παναγίας, η Ρόζα θα άρπαζε τη μίτρα. Ούτε που σκέφτηκε τι θα την έκανε. Δεν μπορούσε να την φορέσει, αυτό ήταν σίγουρο. Ήθελε όμως να τον εκνευρίσει. Έβγαλε τη ζακέτα της, τύλιξε τη μίτρα, την πήρε αγκαλιά κι έφυγε. Ήταν σαν να κουβαλάει μια μπάλα του μπάσκετ.

Ήταν πιο ελαφριά από όσο νόμιζε. Φαινόταν ολόχρυση αλλά στην πραγματικότητα ήταν βελούδινη με χρυσές κλωστές. Τα πετράδια και τα μαργαριτάρια μάλλον ήταν αληθινά. Η Ρόζα διέσχισε το πλήθος αλλά κανείς δεν την πρόσεξε. Πέρασε δίπλα από τον αδελφό της και του είπε συνωμοτικά να την ακολουθήσει. Πήγαν στη νεκροφόρα του μπαμπά τους. Αυτό ήταν τεράστιο προνόμιο όταν έχει μια οικογένεια γραφείο τελετών, το τεράστιο αυτοκίνητο. Η Ρόζα ακούμπησε τη μίτρα στο πίσω μέρος, εκεί που μπαίνει το φέρετρο και τη σκέπασε.

-Αποκριάτικο είναι το καπέλο; ρώτησε ο Μάνθος

-Πάψε άσχετε. Είναι η αγία μίτρα του δεσπότη. Θα την πουλήσω. Για να μάθει να φέρεται άλλη φορά, απάντησε η Ρόζα.

Δεν είχε ιδέα πού θα την πουλούσε αλλά φαντάστηκε όλο αυτό το πλήθος να την αποθεώνει επειδή  τιμώρησε τον μητροπολίτη. Επέστρεψε με αδιάφορο ύφος στο προαύλιο. Οι μεγάλοι συνέχιζαν την κουβέντα και μιλούσαν για όλα τα καλά που έγιναν στο νησί χάρη στην Παναγία.

Η ιστορία έχει ως εξής. Όταν βρέθηκε η θαυματουργή εικόνα, πριν από δυο αιώνες, κάποιοι κάτοικοι της Τήνου χάρισαν τα χωράφια τους για να χτιστεί η εκκλησία. Έδωσαν χρήματα για να χτιστεί η εκκλησία και διέδωσαν παντού ότι εκεί, στην Τήνο, υπάρχει μια εικόνα που δίνει φως στους τυφλούς και φωνή στους μουγγούς. Καθώς ήταν σίγουροι ότι η εικόνα θα φέρει πλούτο στο νησί, έγραψαν μια διαθήκη. Εκεί όριζαν ότι όλο το χρήμα που θα μαζευόταν, θα το μοίραζαν στους ντόπιους. Απαγόρευσαν λοιπόν να ανακατεύονται με τα λεφτά οι παπάδες, οι ψάλτες, οι δεσπότες και όσοι έχουν ιερά καθήκοντα. Ο Ιερόθεος ήθελε να τα διαχειρίζεται όλα μόνος του, χωρίς να ρωτά τον λαό της Τήνου.

Λίγη ώρα αργότερα ο κόσμος αραίωσε στο προαύλιο και έφευγε απογοητευμένος. Δεν θα γινόταν τίποτα, έπρεπε να το πάρουν απόφαση. Ο νόμος είναι νόμος και ο υπουργός είχε καθορίσει με τον καινούργιο νόμο ότι ο μητροπολίτης Ιερόθεος και μόνον αυτός ήταν υπεύθυνος για την διαχείριση των χρημάτων της εκκλησίας. Μέσα στην ησυχία ακούστηκε μια φωνή πανικόβλητη: «Χάσαμε τη μίτρα, πήρε κανείς τη μίτρα;»

-Μπαμπά πεινάω, είπε η Ρόζα και τον τράβηξε από το μανίκι. Έχω μια τεράστια όρεξη για πλιγούρι.

Ο Φραγκίσκος Δελλατόλας έβαλε το χέρι του στο κούτελο της μικρής. Μάλλον είχε πυρετό για να ζητάει πλιγούρι.

-Εντάξει, πάμε σπίτι, έλα κι εσύ Μάνθο, πάμε να φάμε, είπε ο πατέρας των παιδιών και πήραν το δρόμο της επιστροφής για τα Λουτρά, για το χωριό τους δηλαδή.

Δεν υπήρχε περίπτωση η Ρόζα με τον Μάνθο να φάνε το απαίσιο, υγιεινό γεύμα της μαμάς τους. Φτάνοντας στο χωριό έφυγαν τρέχοντας για το σπίτι της γειτόνισσας, της κυρά-Ζαμπέτας. Κάθε φορά που πήγαιναν εκεί, η Ρόζα ζητούσε να της αφηγηθεί μια αστεία ιστορία με το όνομά της.

Το «Ζαμπέτα» είναι χαϊδευτικό του ονόματος Ελισάβετ και χάρη σε αυτό το όνομα η κυρά-Ζαμπέτα είχε κάνει το πρώτο της ταξίδι στην Αθήνα. Όταν ήταν 11 χρονών, το 1964 δηλαδή, ο βασιλιάς Παύλος είχε αρρωστήσει βαριά. Ναι, υπήρχαν τότε βασιλιάδες στην Ελλάδα, με πριγκιπόπουλα κι απ’ όλα. Η βασίλισσα Φρειδερίκη αποφάσισε να μετατρέψει ένα δωμάτιο στο παλάτι σε χειρουργείο αλλά κανένας γιατρός δεν μπόρεσε να γιατρέψει τον βασιλιά. Τότε αποφάσισε να ζητήσει τη βοήθεια της Παναγίας. Ζήτησε να μεταφερθεί η θαυματουργή εικόνα από την Τήνο. Για γούρι είπε να συνοδεύσουν την εικόνα κοριτσάκια με βασιλικά ονόματα. «Αμαλία» δεν βρέθηκε, «Άννα-Μαρία» δεν βρέθηκε, οπότε η μικρή Ελισάβετ ανέλαβε να πάει στα ανάκτορα.

Η Ζαμπέτα ταξίδεψε με αντιτορπιλικό, με ναυτάκια και αξιωματικούς, φορώντας ένα άσπρο φορεματάκι που έγινε χάλια. Στο λιμάνι την υποδέχτηκαν ο πρίγκιπας, ο πρωθυπουργός και ο αρχιεπίσκοπος, δηλαδή ο αρχηγός των αρχηγών της εκκλησίας. Δεν υποδέχτηκαν εκείνη αλλά τη θαυματουργή εικόνα αλλά η ίδια έτσι ο κατάλαβε, ότι τιμούσαν εκείνη. Πήγαν όλοι μαζί στο παλάτι, μπήκαν στην κάμαρα του βασιλιά. Εκείνος ανασηκώθηκε, έκανε το σταυρό του και όλοι γονάτισαν για να προσευχηθούν. Η Ζαμπέτα έκανε το σταυρό της και ο βασιλιάς την κοίταξε κατάματα. Γούρλωσε τα μάτια του και πέθανε δείχνοντας με το χέρι του το άγνωστο κορίτσι.

Η Ζαμπέτα είχε δολοφονήσει τον βασιλιά κάνοντας τον σταυρό της. Έτσι νόμιζε όλα αυτά τα χρόνια. Ήταν Καθολική κι έκανε τον σταυρό της βάζοντας το χέρι πρώτα στην πλευρά της καρδιάς. Έκανε τον σταυρό της ανάποδα. Η Παναγία της Τήνου είναι Ορθόδοξη οπότε αρνήθηκε να σώσει τον άρρωστο στη θέα της βλασφημίας. Ακούς εκεί μια Καθολική στα ανάκτορα… Ο βασιλιάς κατάλαβε ότι η Ζαμπέτα, η μικρή Ελιζαμπέτα έφερε μαζί της τον Χάρο. Με αυτήν την εντύπωση και αυτές τις τύψεις πέρασε όλη της τη ζωή το κορίτσι που ταξίδεψε για γούρι.

Η Ρόζα με τον Μάνθο άκουγαν την ιστορία για εκατοστή φορά τρώγοντας κανονικό φαγητό, δηλαδή μακαρόνια με κιμά. Η κυρά-Ζαμπέτα μαγειρεύει τη νύχτα. Ξυπνά λίγο μετά τα μεσάνυχτα και προσεύχεται, ζητώντας συγχώρεση από το βασιλιά κι από τον Θεό. Το σπίτι της είναι γεμάτο εικονίσματα και γεμάτο φωτογραφίες της βασιλικής οικογένειας.  Μετά την προσευχή μαγειρεύει κι έτσι όπως είναι πάντα κουρασμένη από το ξενύχτι, πέφτει για ύπνο κατά τις 4 το απόγευμα.

-Πολύ νόστιμα τα μακαρόνια, ευχαριστούμε κυρία Ελισάβετ, είπε ο Μάνθος. Είπε το όνομά της  ολόκληρο για να δώσει μια κάποια επισημότητα στα λόγια του.

Τα παιδιά επέστρεψαν στο σπίτι και βρήκαν τους γονείς να γελούν δυνατά.

-Δέκα χρόνια φυλακή και μια ζωή στην κόλαση, χα, χα, χα…

-Φαντάσου να κλέψουν και τα άμφια τι έχει να γίνει…

– Έρχονται αστυνομικοί από την Αθήνα να βρουν τον κλέφτη, χα χα, χα… Κακομοίρη κλέφτη, αν σε βρουν δεν σε σώζει ούτε η Παναγία με τα θαύματα…

Η Ρόζα τα άκουσε όλα αυτά και κιτρίνισε. «Συμβαίνει κάτι;» ψέλλισε, κάνοντας την ανήξερη.

-Άστα να πάνε. Κάποιος πήρε τη μίτρα του Ιερόθεου. Στην Παναγία, στην εκκλησία δηλαδή, έχουν ήδη πάει 55 αστυνομικοί. Κάνουν έρευνα για να βρουν δακτυλικά αποτυπώματα. Μπορεί να έπεσε κάτι από τον κλέφτη και να τον βρουν από αυτό.

-Σαν τι να έπεσε δηλαδή; Ένα κουμπί; Ένα γράμμα; ρώτησε η Ρόζα εμφανώς αγχωμένη και πήγε να δει αν όλα τα κουμπιά της ζακέτας της ήταν στη θέση τους.

Τη νύχτα η Ρόζα δεν μπόρεσε να κοιμηθεί. Σκεφτόταν όσα είχε διαβάσει για τις φυλακές  κι αναρωτιόταν αν θα φορά κι εκείνη ριγέ πιζάμες όπως οι άλλοι κρατούμενοι. Την επόμενη μέρα είπε ότι είναι πολύ άρρωστη ώστε να μείνει σπίτι και να δει τι θα  κάνει με τη μίτρα. Την νύχτα πάλι δεν κοιμήθηκε. Είδε από το παράθυρό της αναμμένο το φως στο σπίτι της κυρά-Ζαμπέτας και σκέφτηκε ότι είναι δυο αυτές που ξενυχτούν. Και το επόμενο βράδυ, πάλι περιφερόταν άυπνη. Έτσι όπως κοιτούσε άσκοπα τον τοίχο της κουζίνας, είδε το ημερολόγιο. Και βρήκε τη λύση.

Την άλλη μέρα όλη η Τήνος έμαθε ότι η μίτρα βρέθηκε χάρη σε κάποιο θαύμα. Η κυρά-Ζαμπέτα είχε δει ένα όραμα. Πήγε λέει στον ύπνο της η Παναγία και την καθοδήγησε.

Στην πραγματικότητα την καθοδήγησε η Ρόζα. Είχε πάει με τον αδελφό της έξω από την κάμαρα την ώρα της προσευχής κι από το παράθυρο είπε «μην φοβάσαι, κάνε αυτό που θα σου πω και θα τα διορθώσεις όλα. Ο βασιλιάς Παύλος άφησε το στέμμα του στη νεκροφόρα, εδώ στα Λουτρά. Πάρ’ το και πήγαινέ το στην εκκλησία. Αν σε ρωτήσει η αστυνομία, πες ότι σου μίλησα εγώ, η Παρθένα, η μητέρα του Θεού». Η κυρά-Ζαμπέτα έκανε ξανά και ξανά το σταυρό της. Ο Μάνθος που ήταν από δίπλα, είπε όπως τον είχε δασκαλέψει η αδελφή του: «Είμαι ο Παύλος, ο βασιλιάς, μπουουουου…..Αύριο είναι 6 Μαρτίου, είναι η μέρα που με δολοφόνησες. Σταμάτα να κάνεις το σταυρό σου και σώσε την ψυχή σου, σώσε το στέμμα, μπουουουου….».

Τα δυο αδέλφια έφυγαν τρέχοντας.

-Τι το ήθελες το μπουουουου; ρώτησε η Ρόζα

-Αφού είμαι το φάντασμα του βασιλιά, άσε με τα το φχαριστηθώ, δεν φτάνει που με ξύπνησες μέσα  στη νύχτα…

H συγγραφέας Λώρη Κέζα, που ζει στο Μόντρεαλ, μας εκπλήσσει κάθε φορά με το πλούσιο έργο της και τους ξεχωριστούς ήρωές της

Η κυρά-Ζαμπέτα λοιπόν πήγε τη μίτρα πίσω στον μητροπολίτη. Εκείνος πολύ το χάρηκε. Όλες αυτές τις μέρες ο κόσμος ασχολήθηκε με την κλοπή και ξέχασε το ίδρυμα, τη διαχείριση των εισπράξεων και τον καινούργιο νόμο. Η Ρόζα ήξερε ότι από εδώ και πέρα, κάθε φορά που θα πήγαινε για φαγητό στη γειτόνισσα, θα άκουγε την ιστορία με το φάντασμα του βασιλιά Παύλου, με το χαμένο στέμμα και τον ήσυχο ύπνο που έκανε τώρα πια.

 

*** 

Σκέψεις του Νίκου Βατόπουλου από την ανάγνωση του βιβλίου της Λώρης Κέζα

«Δεν φανταζόμουν ότι θα διάβαζα ένα βιβλίο περιπέτειας και μυστηρίου για παιδιά και εφήβους και θα το διασκέδαζα τόσο. Με την «Υπόθεση Laurus», η Λώρη Κέζα μας συστήνει τη Ρόζα Δελλατόλα, ένα τετραπέρατο κορίτσι που είναι μια νέα ηρωίδα στην ιστορία της ελληνικής νεανικής λογοτεχνίας.

Η Ρόζα Δελλατόλα μάς παρασύρει στην Τήνο και μας κάνει μετόχους και συνενόχους σε μία ιστορία μυστηρίου με άξονα τη θρυλική Σχολή και Μονή των Ουρσουλίνων. Η Ρόζα, σε εκείνη την άγουρη αλλά ευλύγιστη ηλικία μεταξύ παιδιού και εφήβου, ζει στην Τήνο μαζί με τους γονείς και τον αδελφό της. Γύρω τους στροβιλίζονται και εξακτινώνεται πλήθος δευτερευόντων καλά δουλεμένων χαρακτήρων, από τον κτηνίατρο ή την ηγουμένη και από τον Αλβανό εργάτη ώς τον χρυσαυγίτη σε ένα γαλαξία δράσης και χιούμορ.

Για έναν ενήλικο αναγνώστη, αναδύεται τροπαιούχος η ίδια η Τήνος, που πρωταγωνιστεί με τα όμορφα χωριά της, τη συναρπαστική Φύση της, τους περιστεριώνες, τη χωνεμένη ιστορία και το ιδιαίτερο «κοίτασμά» της. Η Μονή των Ουρσουλίνων φέρνει μπροστά την καθολική κουλτούρα του νησιού, την Τήνο με τη λατινική παράδοση, μιαν άλλη, γοητευτική Ελλάδα, που συχνά αγνοούμε. Μαζί με τα σύγχρονα θέματα της οικολογίας, της ανάπτυξης, του ρατσισμού, η ιστορία της Λώρης Κέζα μας φέρνει κατά κύριο λόγο μία ατμόσφαιρα χιουμοριστικά «γοτθική» και «αγγλοσαξονικά» αιγαιοπελαγίτικη. Με μαύρο χιούμορ, λιτό ύφος και υποδόριο «δηλητήριο», η Λώρη Κέζα μας ανοίγει ένα δρόμο για τη Ρόζα Δελλατόλα και αιμοδοτεί την ελληνική αγορά της νεανικής λογοτεχνίας με μία «εξαγώγιμη» ηρωίδα, που θα μπορούσε να πρωταγωνιστήσει σε πολλές περιπέτειες».